Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26/1/12

Ο Τοτός, το ψόφιο σπουργίτι και η λάθος εξήγηση

Ο Τοτός πηγαίνει βόλτα με τον πατέρα του στο πάρκο.

Σε κάποια στιγμή, παρατηρεί ο μικρός ένα ψόφιο σπουργιτάκι.

-Μπαμπά, τι είναι αυτό;

-Ένα ψόφιο σπουργίτι, παιδί μου!

-Και γιατί έχει τα πόδια πάνω;

Κι ο πατέρας, δυσανασχετώντας με τις συνεχείς περίεργες απορίες του μικρού, αποκρίνεται:

-Γιατί θα έρθει ο Θεούλης, θα το πιάσει από τα πόδια και θα το πάει στον ουρανό!

-"Ουάου!", αναφωνεί εντυπωσιασμένος ο μικρός.


Μετά από μερικές μέρες, ο Τοτός πάει στον πατέρα του και του λέει:

-Μπαμπά, που να στα λέω, παραλίγο να πεθάνει η μαμά σήμερα!

-Τι εννοείς παιδί μου; Δε σε καταλαβαίνω!

-Ε, να, ήταν ξαπλωμένη με τα πόδια ψηλά σαν εκείνο το σπουργίτι και φώναζε "Ωωωω, Θεέ μου...". Και θα την είχε πάρει ήδη ο Θεούλης να την πάει στον ουρανό αν δεν ήταν...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...ο νονός να πέσει πάνω της και την κράτησει...


(Δείτε κι εδώ κι εδώ για ακόμα μερικά κατορθώματα του Τοτού)

14/1/12

Φάε το φαί σου...

Σκηνή οικογενειακής ...γαλήνης. Η μαμά, ο μπαμπάς, ο παππούς και η γιαγιά προσπαθούν να κάνουν το μπόμπιρα να φάει την κρέμα του.

-(Μαμά): Φάε Γιαννάκη μου το φαΐ σου, να μεγαλώσεις, να γίνεις άντρας!

-(Μικρός): Ζε σέλω...

-(Παππούς): Φάτο μικρέ μου να μεγαλώσεις, να πας φαντάρος!

-Ουάααα!

-(Γιαγιά): Φάτο αγάπη μου, που να σε χαρώ! Φάτο να γίνεις μεγάλος και γερός!

-Όχι, ζε μ' αρέσει...

-(Μπαμπάς): Φάτο αγόρι μου, να μεγαλώσει το πουλάκι σου, να κανονίζεις τα κορίτσια!

-(Μαμά προς τον άντρα της): Ρε Μήτσο...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...μήπως να τη φας εσύ την κρέμα; Και φτιάχνω κάτι άλλο για το μικρό...

27/12/11

Ο μικρός και το σπίτι που "γλυκαίνονται" οι άντρες

Ο Γιαννάκης είναι στο αυτοκίνητο με τον πατέρα του. Κάποια στιγμή περνάνε έξω από ένα σπίτι με κόκκινο φανάρι.

-Μπαμπά, τι σπίτι είναι αυτό και γιατί έχει απ' έξω ένα κόκκινο φανάρι;

-Εχμ, παιδί μου, αυτό είναι ένα σπίτι που πάνε οι άντρες και ...γλυκαίνονται!

-"Ουάου!", αναφωνεί ο Γιαννάκης.


Μετά από μερικές ημέρες, ο Γιαννάκης βόλταρε στους δρόμους και βαριόταν, οπότε αποφασίζει να πάει σ' εκείνο το σπίτι να δει τι παίζει και να ...γλυκαθεί κι αυτός.

Μπαίνει μέσα και απαντάει μια αρκετά στρουμπουλή μεσόκοπη προς ηλικιωμένη κυρία ντυμένη με κάπως εξεζητημένα ρούχα.

-Γεια σου μικρέ μου! Τι ζητάς εδώ;

-Μου είπε ο μπαμπάς μου ότι εδώ έρχονται οι άντρες και ...γλυκαίνονται. Γι' αυτό και ήρθα!

Η κυρία βάζει τα γέλια:

-Δίκιο έχει μεν ο μπαμπάς σου, εδώ είναι όμως για μεγάλους άντρες, όχι για παιδιά! Πόσων χρονών είσαι;

-Οχτώ!

-Ε, λοιπόν μικρέ μου, δεν είναι για σένα εδώ. Δεν πας να παίξεις;

-"Όχι, εγώ θέλω να γλυκαθώ!", φωνάζει ο Γιαννάκης, έτοιμος να βάλει τα κλάματα.

Τι να κάνει κι άλλη, τον παίρνει στην κουζίνα και του φτιάχνει μια φέτα ψωμί με βούτυρο και μέλι. Ο μικρός την τρώει με λαιμαργία.

-Εντάξει, μικρέ μου, γλυκάθηκες;

-Ουου, μια χαρά! Αλλά βλέπω κάτι κύριοι μπήκαν τώρα. Και βλέπω και μια κυρία χωρίς σχεδόν καθόλου ρούχα. Για να πάω να δω...

-Στάσου, στάσου, περίμενε! Να πάρε άλλη μια φέτα!

Ο μικρός περιλαμβάνει το ψωμί και ξεχνιέται.

Αυτό γίνεται μερικές ακόμα φορές, ώσπου στο τέλος έχει σκάσει και κοντεύει να ξεράσει απ' το πολύ φαγητό. Η κυρία όμως του δίνει κι άλλες φέτες για να τον απασχολήσει. Αυτός, μια που δε μπορεί να τις φάει, περιορίζεται απλά στο να γλείφει το μέλι.

Στο τέλος, χορτασμένος και μπαφιασμένος βαριέται και αποφασίζει να φύγει προς μεγάλη ανακούφιση της κυρίας.

Γυρίζει λοιπόν στο σπίτι του με ένα τεράστιο χαμόγελο.

-Τι έγινε Γιαννάκη; Τι χαρές είναι αυτές; Από που έρχεσαι;

-Πήγα στο σπίτι που γλυκαίνονται!

-Τι πράγμα;;; Και τι έκανες εκεί, δηλαδή;

-Ααα, ήταν πολύ ωραία, μπαμπά!...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...Τις τρεις πρώτες τις κατάφερα μια χαρά και ευχαριστήθηκα πολύ! Μετά όμως μόνο να τις γλείφω μπορούσα!

8/12/11

Για να μικρύνει η κοιλιά του μπαμπά

Ο Πετράκης είναι το βράδυ στο κρεβάτι του, αλλά δεν κοιμάται (πιθανόν γιατί διαβάζει Μίκυ Μάου[ς]...).

Σε κάποια φάση, ακούει από το δωμάτιο των γονιών του κάτι περίεργους θορύβους.

Με την παιδική του περιέργεια, δεν κρατιέται και σηκώνεται να πάει να δει.

Μισανοίγει προσεκτικά την πόρτα της κρεβατοκάμαρας των γονιών του και τι να δει: Κι οι δυο τους τσίτσιδοι και η μάνα του πάνω στον πατέρα του να χοροπηδάει!


Την επόμενη μέρα, ρωτάει τη μάνα του:

-Μαμά, τι έκανες χθες βράδυ πάνω στο μπαμπά;

Η μάνα κοκκινίζει ελαφρά

-Εχμ, τι εννοείς μικρέ μου; Πού μας είδες;

-Να, χθες το βράδυ κάνατε φασαρία και σας είδα στην κρεβατοκάμαρα. Τι περίεργη γυμναστική ήταν αυτή;


-Γυμναστική; Α, ναι, γυμναστική! Σωστά! Που λες, η κοιλιά του πατέρα σου έχει μεγαλώσει πολύ τελευταία, οπότε κάνω μια άσκηση, χοροπηδάω επάνω της για να μικρύνει!

-"Ουάου, καταπληκτικό", απαντάει ικανοποιημένος ο μικρός.


Μετά από λίγο καιρό, ο Πετράκης πάει στη μάνα του και της λέει:

-Μαμά, μαμά, άδικα κάνεις τον κόπο με την κοιλιά του μπαμπα. Δεν πρόκειται να μικρύνει. Όσο πάει θα μεγαλώνει!

-Τι εννοείς, Πετράκη; Δε σε καταλαβαίνω!

-Ε, να, εσύ μπορεί να προσπαθείς το βράδυ να τη μικρύνεις, αλλά...
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...έρχεται τα πρωινά η κουμπάρα και του τη φουσκώνει σα να 'τανε μπαλόνι!

Δείτε κι εδώ και κυρίως εδώ για παρόμοια παιδικά κατορθώματα (-;

30/11/11

Ο μαρτυριάρης Τοτός

Ο Τοτός παίζει στο πάρκο.

Σε κάποια στιγμή βλέπει το αυτοκίνητο του μπαμπά του. Οδηγημένος από την παιδική περιέργεια, ακολουθεί το αυτοκίνητο να δει τι θα γίνει.

Το αυτοκίνητο σταματάει σε ένα απόμερο μέρος. Ο Τοτός πλησιάζοντας βλέπει τον πατέρα του μαζί με τη νονά του. Κι ύστερα, εκείνος αρχίζει να φιλάει παθιάρικα τη νονά και να της βγάζει ένα-ένα τα ρούχα και ...καταλαβαίνετε.

Χωρίς να πολυκαταλαβαίνει, τρέχει στη μαμά του να της πει το περίεργο νέο.

-Μαμά, μάμά, είδα το αυτοκίνητο του μπαμπά στο πάρκο!

-Α! Καλά. Και λοιπόν;

-Ήταν μέσα και η νονά!

-Α, ναι; Και τι έκαναν;

-Ο μπαμπάς τη φιλούσε, κι ύστερα της έβγαλε τα ρούχα...

(Εξαγριωμένη) -Ώστε έτσι, ε; Λοιπόν, Τοτό, ας κάνουμε μια συμφωνία: Το βράδυ έχουμε τραπέζι και θα έρθει όλο το σόι, μαζί κι η νονά. Τι θα έλεγες να μας διηγηθείς εκεί την ιστορία, ώστε να την ακούσουν όλοι και να διασκεδάσουν;

-Μπράβο, μαμά! Πολύ καλή ιδέα!


Το βράδυ λοιπόν στο τραπέζι, ο Τοτός ύστερα με την ενθάρρυνση της μητέρας του, αρχίζει να λέει την ιστορία:

-Θα σας πω μια πολύ διασκεδαστική ιστορία! Σήμερα στο πάρκο είδα το αμάξι του μπαμπά!

(Ο πατέρας του χλωμιάζει)

-Και ήταν μέσα κι η νονά μου η Λούλα!

(Η νονά κοκκινίζει)

-Το αυτοκίνητο πήγε μέχρι ένα απόμερο μέρος κι ύστερα σταμάτησε.

(Ο πατέρας αρχίζει να βγάζει κρύο ιδρώτα)

-Ύστερα, ο μπαμπάς αρχίζει να φιλάει τη νονά στο στόμα...

(Η νονά έχει γίνει σωστό πατζάρι)

-...και να της βγάζει ένα-ένα τα ρούχα της...

(Ο πατέρας καταριέται την ώρα και τη στιγμή και σκέφτεται να αυτοκτονήσει εκεί μπροστά σε όλους)

-...κι ύστερα κόλλησαν γυμνοί ο ένας πάνω στον άλλο...

(Η νονά έχει ήδη λιποθυμήσει και της κάνουν αέρα)

-...ακριβώς όπως...
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...είχα δει να κάνει και η μαμά με τον κουμπάρο, τότε που έλειπε ο μπαμπάς για δουλειές στη Θεσσαλονίκη!

17/11/11

Η εξομολόγηση στο μπάρμαν

Ο Βαγγέλης πάει στο μπαρ που συχνάζει και παραγγέλνει ένα διπλό ουίσκι. Φαίνεται πολύ στενοχωρημένος, συγκλονισμένος.

Ο μπάρμαν που τον ξέρει, τον σερβίρει και προσπαθεί να καταλάβει τι έχει. Εκείνος πίνει πολύ γρήγορα το ποτό και ζητάει κι άλλο.

-Κύριε Βαγγέλη, σήμερα είστε πολύ χάλια! Κάτι σας βασανίζει. Πείτε μου τον πόνο σας, να ξαλαφρώσετε!

-"Θα στα πω ρε Μανώλη, θα στα πω!" Και του γνέφει για άλλο ένα ποτό.

-"Σας ακούω", κάνει ο μπάρμαν και του βάζει άλλο ένα.

-Εγώ που λες, είμαι παντρεμένος εδώ και πολλά χρόνια. Τη γυναίκα μου την ξέρω από το Λύκειο. Τα είχαμε τότε, βλέπεις. Ομολογώ ότι είμασταν πολύ ευτυχισμένοι. Πηγαίναμε στα πάρτυ, βγαίναμε, χορεύαμε, κάναμε, ράναμε.

-Ωραία! Μπράβο!

-Ένα βράδυ λοιπόν, γυρνώντας από μια έξοδο, είμασταν κι οι δυο κάπως πιωμένοι και είχαν σπάσει κάπως οι αντοχές. Όταν την πήγα λοιπόν στο σπίτι της, μου ζήτησε να τη συνοδεύσω στο δωμάτιό της, για να μου δείξει το καινούριο της ...χρυσόψαρο. Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ.

-Πρώτη φορά ήταν;

-Πρώτη, πρώτη και για τους δυο! Για να μη στα πολυλογώ λοιπόν, πιάνουμε να φιλιόμαστε με πάθος. Και πάνω που είμασταν σφιχταγκαλιασμένοι, ανοίγει ξαφνικά η πόρτα του δωματίου...

-Ναι; Ποιος ήταν;

-Αααχ, ήταν ο πατέρας της, ένα ντερέκι ένα κι ενενήντα, δικαστής στο επάγγελμα! "Ρε καθίκι, τι πας να κάνεις στην κόρη μου;" Έπεσε πάνω μου, με πλάκωσε στις γρήγορες κι ύστερα μου κόλλησε την κυνηγετική του καραμπίνα στο κούτελο. "Ή παντρεύεσαι την κόρη μου, ή σε στέλνω 20 χρόνια φυλακή", μου φώναξε.

-Ε, ωραία. Κι εσύ την παντρεύτηκες, λοιπόν. Κι είσαστε ακόμα μαζί, σωστά;

-Αχ, Μανώλη μου...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Σήμερα κλείνουν 20 χρόνια ακριβώς! Σήμερα θα ήμουν ελεύθερος...

10/11/11

Μπαμπά, φοβάσαι...;

Ο πατέρας βλέπει τηλεόραση, ενώ ο μικρός παίζει παραδίπλα με το αυτοκινητάκι του.

-Δε μου λες μπαμπά, φοβάσαι το σκοτάδι;

-Όχι παιδί μου, δεν το φοβάμαι!

Ύστερα ησυχία.


Μετά από μερικά λεπτά:

-Δε μου λες μπαμπά, φοβάσαι τα φαντάσματα;

Γελάει ο πατέρας.

-Όχι παιδί μου, φυσικά και δεν τα φοβάμαι.

-Ω, τι γενναίος που είσαι, μπαμπά!


Μετά από μερικά ακόμα λεπτά:

-Μπαμπά, μήπως φοβάσαι τα σκυλιά;

-"Όχι παιδί μου, ούτε τα σκυλιά τα φοβάμαι", αποκρίνεται ήρεμα ο πατέρας.


Ο μικρός εξακολουθεί ύστερα από λίγα λεπτά ησυχίας;

-Τους κεραυνούς όμως; Τους κεραυνούς τους φοβάσαι;

-Όχι αγοράκι μου! Δε φοβάμαι ούτε τους κεραυνούς!

Ο μικρός φαίνεται ότι ικανοποιήθηκε, γιατί ησυχάζει για περισσότερη ώρα.


Κάποια στιγμή όμως, να τον, πετάγεται πάλι:

-Δηλαδή μπαμπά, δε φοβάσαι τίποτα στον κόσμο...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...εκτός από τη μαμά;


(Υ.Γ.: Αυτός στη φωτογραφία δεν είναι ο Φερεντίνος, απλά του μοιάζει. q-:)

4/11/11

Ο ζωηρός πατέρας

Ο γιος κανονίζει να δειπνήσουν ένα βράδυ μαζί με τους γονείς του για να τους γνωρίσει την κοπέλα του.

-"Αγαπητοί γονείς, έχω κάτι ευχάριστο να σας ανακοινώσω: Με την Αγγελική βγαίνουμε εδώ και λίγο καιρό και αποφασίσαμε να παντρευτούμε", τους πετάει κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του δείπνου.

Ο πατέρας του δε φαίνεται να χαίρεται και ιδιαίτερα. Σε κάποια φάση, βρίσκει ευκαιρία, τον παίρνει παράμερα και του ομολογεί:

-Γιε μου, πρέπει να σου πω κάτι που μάλλον δεν το ξέρεις: Πριν 25 χρόνια είχα μια μικρή περιπέτεια και για να μη στα πολυλογώ, η Αγγελική είναι ετεροθαλής αδερφή σου. Οπότε, καταλαβαίνεις, δε μπορείτε να παντρευτείτε!

Στενοχωριέται πολύ ο γιος, αλλά βρίσκει μια πρόφαση και τα χαλάει με την κοπέλα. Το επεισόδειο πάντως ξεχνιέται με τον καιρό.


Ένα χρόνο μετά, ο γιος επισκέπτεται τους γονείς του για να τους ανακοινώσει πάλι κάτι σημαντικό.

-Αγαπημένοι μου γονείς, θα σας γνωρίσω την κοπέλα που τα έχουμε αυτό τον καιρό, γιατί αποφασίσαμε να το πάμε σιγά-σιγά πιο σοβαρά. Τη λένε Χάρις και θα έρθει να φάμε το Σάββατο μαζί.

Το επόμενο Σάββατο κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο πατέρας του παίρνει πάλι το γιο του ιδιαιτέρως και του ομολογεί όχι χωρίς δυσκολία:

-Αχ βρε γιε μου, είσαι λίγο άτυχος... Πρέπει να σου πω πάλι κάτι δυσάρεστο. Η κοπελιά... να, ξέρεις, με τη μάνα της τα είχα λίγο πριν γνωρίσω τη μητέρα σου... Καταλαβαίνεις... Δε μπορεί να γίνει αυτός ο γάμος, θα είναι αιμομιξία.

Ο γιος το παίρνει βαρέως. Στη συνέχεια του γεύματος δε μιλιέται καθόλου. Όταν τον ρωτάνε η μάνα του και η κοπελιά τι έχει, δεν απαντάει.

Μερικές μέρες αργότερα, βρίσκει μια δικαιολογία να χωρίσει με την κοπελιά που φυσικά είναι κι αυτή απαρηγόρητη.

Το περιστατικό πάντως ξεχνιέται επίσης μέσα στη φθορά της καθημερινότητας, χάνεται "στη σκόνη του χρόνου". Ο γιος γνωρίζει κι άλλες κοπέλες και κάνει διάφορες σχέσεις, πότε περιστασιακές και πιο σοβαρές.


Δυο χρόνια αργότερα, πηγαίνει επίσκεψη στους γονείς του με τη νέα του κοπέλα, τη Μυρτώ.

-Αγαπητοί γονείς, να σας γνωρίσω τη Μυρτώ, με την οποία θα συζήσουμε και είπαμε του χρόνου να παντρευτούμε!

Ο πατέρας όμως, για τρίτη φορά παίρνει το γιο και τον πηγαίνει ιδιαιτέρως στην κουζίνα να του μιλήσει. Ο γιος υποψιάζεται τι θα του πει και χάνει το κέφι του.

Εκεί όμως που του εξηγεί ο πατέρας για ένα καλοκαίρι πριν πολλά-πολλά χρόνια που είχαν πάει διακοπές με τη μάνα του σε ένα νησί και είχε γνωρίσει μια ντόπια με την οποία είχε ζήσει μια νύχτα πάθους, τους διακόπτει η μάνα.

-"Δεν πας να κρατήσεις λίγο συντροφιά στην κοπέλα που την έχουμε αφήσει μόνη της;" Πετάει αυστηρά στον πατέρα.

Κι αφού έφυγε ο πατέρας, πιάνει το γιο και του λεει:

-Κοίτα γιε μου, ξέρω τι έγινε τις δύο προηγούμενες φορές και δε θέλω να στενοχωριέσαι. Δε χρειαζόταν να χωρίσεις με τις κοπελιές σου, δεν υπήρχε πραγματικός λόγος. Το πιο σημαντικό όμως είναι να μη χάσεις αυτή εδώ την ευκαιρία να αποκατασταθείς. Η Μυρτώ είναι πολύ καλή κοπέλα, θα ζήσετε ευτυχισμένοι μαζί.

-"Μα αφού είναι κι αυτή ετεροθαλής αδερφή μου", απαντάει μυξοκλαίγοντας ο γιος... "Ο πατέρας μου μου έχει καταστρέψει τη ζωή..."

-Αχ αγόρι μου, κάθεσαι και τον ακούς... Κατ' αρχάς, ποιος σου είπε ότι...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...είναι ο πραγματικός σου πατέρας;

23/10/11

Δώσε χαιρετίσματα

Ο πατέρας, περνώντας απ' έξω από το δωμάτιο της εφτάχρονης κόρης το βράδυ πριν τον ύπνο ακούει την προσευχή της μικρής:

-Θεέ μου, σε παρακαλώ, κάνε με καλό κορίτσι, φύλαγε το μπαμπά μου, τη μαμά μου, τον αδερφό μου και δώσε και χαιρετίσματα στον παππού.

Παραξενεύεται ο πατέρας, αλλά δε δίνει σημασία.

Το επόμενο πρωί, τον παίρνουν τηλέφωνο στο γραφείο ότι πέθανε ο πεθερός του. Κάποια στιγμή στην κηδεία θυμάται τα λόγια της προσευχής της μικρής και παθαίνει ένα μικρό σοκ. Δεν κάνει τίποτα όμως.

Περνούν κάποιοι μήνες, στη διάρκεια των οποίων ο πατέρας κάθε βράδυ πήγαινε έξω από το παιδικό δωμάτιο και κρυφάκουγε την προσευχή της κόρης του, χωρίς όμως να ακούει κάτι περίεργο.



Ένα βράδυ, λοιπόν, ακούει τη μικρή να ζητάει από το Θεό να δώσει χαιρετίσματα στο θείο Αλέκο.

Πάει στο κρεβάτι και πιάνει κουβέντα με τη γυναίκα του.

-Βρε Μαριώ, τι κάνει ο θείος σου ο Αλέκος;

-Ε, τι να κάνει, έχει εκείνα τα προβλήματα με την καρδιά του. Τον ταλαιπωρεί λίγο αλλά φαίνεται πως αντέχει.

-Κι όμως. Δεν τον βλέπω καλά! Χτύπα ξύλο, αλλά νομίζω ότι πολύ σύντομα θα έχουμε κακά νέα.

-Τι λες βρε Θανάση; Αφού είναι καλύτερα τώρα.

-Ε, καλά, θα δεις...

Και πραγματικά, το επόμενο μεσημέρι, μαθαίνουν ότι πέθανε ο θείος Αλέκος.



Περνούν μερικοί ακόμα μήνες. Ένα βράδυ ακούει ο πατέρας τη μικρούλα να λεει την εξής προσευχή:


-Θεέ μου, σε παρακαλώ, κάνε με καλό κορίτσι, φύλαγε τη μαμά μου, την αδερφή μου και δώσε και χαιρετίσματα στο μπαμπά!

Φρικάρει ο πατέρας. Προβλήματα υγείας δεν είχε, εχθρούς δεν είχε, προσεχτικός ήταν γενικώς. Πώς ήταν δυνατόν να πάθει κάτι; Ήταν και αρκετά νέος.

Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε. Το πρωί με τα χίλια ζόρια σέρνεται μέχρι τη δουλειά του, αλλά που μυαλό για εργασία. Κάθε πέντε λεπτά κοιτιόταν στον καθρέφτη να δει αν ήταν χλωμός και έπιανε το σφυγμό του να δει αν ζούσε. Εκτός από το ψυχολογικό του χάλι όμως, σωματικά ήταν καλά.

Αφού πέρασε αυτή η μαύρη μέρα και διαπίστωσε το απόγευμα ότι ήταν ακόμα ζωντανός, παίρνει το δρόμο της επιστροφής.

Με φοβερή προσοχή, πάει μέχρι το πάρκινγκ τριπλοκοιτάζοντας το δρόμο φοβούμενος μην τον πατήσει κανένας. Στο αυτοκίνητο, ανοίγει το καπό κοιτάζοντας μήπως είναι παγιδευμένο(!). Μπαίνει μέσα, οδηγεί σιγά-σιγά στη δεξιά λωρίδα κοιτάζοντας συνεχώς τον καθρέφτη. Παρκάρει έξω από το σπίτι του, ανεβαίνει τη σκάλα τσεκάροντας ένα-ένα τα σκαλιά μήπως γλυστράνε.

Τελικά, μπαίνοντας σπίτι του, τον βλέπει η γυναίκα του και τρομάζει.

-Θανάση μου, φαίνεσαι εντελώς χάλια!

-Άστα ρε Μαριώ, δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Και τα νεύρα μου είναι εντελώς κουρέλια.

-Μα κι εμείς εδώ στη γειτονιά είχαμε φασαρία σήμερα...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...συνέβη ένα θανατηφόρο ατύχημα στον Κυριάκο τον υδραυλικό! Άστα, που να στα λέω...