Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φυλακή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φυλακή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20/12/11

Ο διαρρήκτης, το θύμα και η ερώτηση

Ένας κλέφτης μπαίνει στο σπίτι την ώρα που το ζευγάρι των νοικοκυραίων κοιμάται.

Αθόρυβα και με χίλιες προφυλάξεις περιφέρεται στο σπίτι και παίρνει διάφορα μικροπράγματα. Μπαίνει μέχρι και στην κρεβατοκάμαρα χωρίς όμως να τον αντιληφθούν οι κοιμισμένοι. Στο τέλος φεύγει όπως ήρθε, ήσυχα-ήσυχα.

Για κακή του τύχη όμως, όπως βγαίνει από το σπίτι, πέφτει πάνω σε περίπολο της αστυνομίας.

Φυσικά, συλλαμβάνεται αμέσως, και τον πάνε στο κρατητήριο.

Την επόμενη μέρα το πρώι, ο σύζυγος πηγαίνει στην αστυνομία και ζητάει να δει τον κλέφτη.

Αστυνόμος: -Δεν καταλαβαίνω τι τον θέλετε. Αφού τον συλλάβαμε. Τα πράγματά σας επιστράφηκαν. Τελείωσε πια! Εξάλλου, εσείς ούτε καν τον πήρατε χαμπάρι που μπήκε. Κι όπως έκλεψε μόνο δυο-τρία πράγματα χωρίς να αναστατώσει το σπίτι, αν δεν περνάγαμε απ' έξω εμείς, μπορεί να πέρναγε πολύς καιρός για να καταλάβετε την κλοπή!

-Μα αφού σας λέω, θέλω κάτι να τον ρωτήσω!

-Δε σας καταλαβαίνω κύριέ μου, αλλά αφού επιμένετε, να σας ευχαριστήσω.


Έτσι λοιπόν, ο αστυνόμος διατάσσει έναν αστυφύλακα να συνοδέψει το θύμα μέχρι τα κρατητήρια. Του κάνει μάλιστα και συστάσεις να τον προσέχει, γιατί φοβάται μήπως το θύμα θελήσει να εκδικηθεί τον κλέφτη, να τον βρίσει, να τον χτυπήσει και τα λοιπά.

Ο κύριος όμως, απλά πάει στο κελί του κλέφτη, κάνει μια πολύ σύντομη κουβέντα, λέει ευχαριστώ στον κλέφτη, του δίνει και ένα χαρτονόμισμα "για τα τσιγάρα του" και φεύγει. Μετά επιστρέφει στο γραφείο του αστυνόμου, του σφίγγει το χέρι ευχαριστώντας κι εκείνον και τους χαιρετάει.

Ο αστυνόμος με το όργανο κοντεύουν να σκάσουν από την περιέργεια. Τι να ήθελε άραγε να ρωτήσει το θύμα;

Τελικά δεν κρατιούνται και πηγαίνουν στα κρατητήρια να ρωτήσουν τον κλέφτη:

-Δε μου λες, ρε, τι σε ρώτησε ο τύπος που πήγες να κλέψεις χθες το βράδυ;

Ο άλλος γελάει.

-Τι γελάς ρε; Μίλα!

-Χαχαχά κύριέ αστυνόμε, με ρώτησε απλά...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...πώς μπήκα σπίτι του τη νύχτα χωρίς να ξυπνήσω τη γυναίκα του!


(Μου έστειλε την ιδέα ο φίλος μου ο Α.Μ. από το Λονδίνο. Tου το αφιερώνω μαζί με ευχές για καλή επιστροφή στα πάτρια!)

17/11/11

Η εξομολόγηση στο μπάρμαν

Ο Βαγγέλης πάει στο μπαρ που συχνάζει και παραγγέλνει ένα διπλό ουίσκι. Φαίνεται πολύ στενοχωρημένος, συγκλονισμένος.

Ο μπάρμαν που τον ξέρει, τον σερβίρει και προσπαθεί να καταλάβει τι έχει. Εκείνος πίνει πολύ γρήγορα το ποτό και ζητάει κι άλλο.

-Κύριε Βαγγέλη, σήμερα είστε πολύ χάλια! Κάτι σας βασανίζει. Πείτε μου τον πόνο σας, να ξαλαφρώσετε!

-"Θα στα πω ρε Μανώλη, θα στα πω!" Και του γνέφει για άλλο ένα ποτό.

-"Σας ακούω", κάνει ο μπάρμαν και του βάζει άλλο ένα.

-Εγώ που λες, είμαι παντρεμένος εδώ και πολλά χρόνια. Τη γυναίκα μου την ξέρω από το Λύκειο. Τα είχαμε τότε, βλέπεις. Ομολογώ ότι είμασταν πολύ ευτυχισμένοι. Πηγαίναμε στα πάρτυ, βγαίναμε, χορεύαμε, κάναμε, ράναμε.

-Ωραία! Μπράβο!

-Ένα βράδυ λοιπόν, γυρνώντας από μια έξοδο, είμασταν κι οι δυο κάπως πιωμένοι και είχαν σπάσει κάπως οι αντοχές. Όταν την πήγα λοιπόν στο σπίτι της, μου ζήτησε να τη συνοδεύσω στο δωμάτιό της, για να μου δείξει το καινούριο της ...χρυσόψαρο. Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ.

-Πρώτη φορά ήταν;

-Πρώτη, πρώτη και για τους δυο! Για να μη στα πολυλογώ λοιπόν, πιάνουμε να φιλιόμαστε με πάθος. Και πάνω που είμασταν σφιχταγκαλιασμένοι, ανοίγει ξαφνικά η πόρτα του δωματίου...

-Ναι; Ποιος ήταν;

-Αααχ, ήταν ο πατέρας της, ένα ντερέκι ένα κι ενενήντα, δικαστής στο επάγγελμα! "Ρε καθίκι, τι πας να κάνεις στην κόρη μου;" Έπεσε πάνω μου, με πλάκωσε στις γρήγορες κι ύστερα μου κόλλησε την κυνηγετική του καραμπίνα στο κούτελο. "Ή παντρεύεσαι την κόρη μου, ή σε στέλνω 20 χρόνια φυλακή", μου φώναξε.

-Ε, ωραία. Κι εσύ την παντρεύτηκες, λοιπόν. Κι είσαστε ακόμα μαζί, σωστά;

-Αχ, Μανώλη μου...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Σήμερα κλείνουν 20 χρόνια ακριβώς! Σήμερα θα ήμουν ελεύθερος...