Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/12/11

Ο μικρός και το σπίτι που "γλυκαίνονται" οι άντρες

Ο Γιαννάκης είναι στο αυτοκίνητο με τον πατέρα του. Κάποια στιγμή περνάνε έξω από ένα σπίτι με κόκκινο φανάρι.

-Μπαμπά, τι σπίτι είναι αυτό και γιατί έχει απ' έξω ένα κόκκινο φανάρι;

-Εχμ, παιδί μου, αυτό είναι ένα σπίτι που πάνε οι άντρες και ...γλυκαίνονται!

-"Ουάου!", αναφωνεί ο Γιαννάκης.


Μετά από μερικές ημέρες, ο Γιαννάκης βόλταρε στους δρόμους και βαριόταν, οπότε αποφασίζει να πάει σ' εκείνο το σπίτι να δει τι παίζει και να ...γλυκαθεί κι αυτός.

Μπαίνει μέσα και απαντάει μια αρκετά στρουμπουλή μεσόκοπη προς ηλικιωμένη κυρία ντυμένη με κάπως εξεζητημένα ρούχα.

-Γεια σου μικρέ μου! Τι ζητάς εδώ;

-Μου είπε ο μπαμπάς μου ότι εδώ έρχονται οι άντρες και ...γλυκαίνονται. Γι' αυτό και ήρθα!

Η κυρία βάζει τα γέλια:

-Δίκιο έχει μεν ο μπαμπάς σου, εδώ είναι όμως για μεγάλους άντρες, όχι για παιδιά! Πόσων χρονών είσαι;

-Οχτώ!

-Ε, λοιπόν μικρέ μου, δεν είναι για σένα εδώ. Δεν πας να παίξεις;

-"Όχι, εγώ θέλω να γλυκαθώ!", φωνάζει ο Γιαννάκης, έτοιμος να βάλει τα κλάματα.

Τι να κάνει κι άλλη, τον παίρνει στην κουζίνα και του φτιάχνει μια φέτα ψωμί με βούτυρο και μέλι. Ο μικρός την τρώει με λαιμαργία.

-Εντάξει, μικρέ μου, γλυκάθηκες;

-Ουου, μια χαρά! Αλλά βλέπω κάτι κύριοι μπήκαν τώρα. Και βλέπω και μια κυρία χωρίς σχεδόν καθόλου ρούχα. Για να πάω να δω...

-Στάσου, στάσου, περίμενε! Να πάρε άλλη μια φέτα!

Ο μικρός περιλαμβάνει το ψωμί και ξεχνιέται.

Αυτό γίνεται μερικές ακόμα φορές, ώσπου στο τέλος έχει σκάσει και κοντεύει να ξεράσει απ' το πολύ φαγητό. Η κυρία όμως του δίνει κι άλλες φέτες για να τον απασχολήσει. Αυτός, μια που δε μπορεί να τις φάει, περιορίζεται απλά στο να γλείφει το μέλι.

Στο τέλος, χορτασμένος και μπαφιασμένος βαριέται και αποφασίζει να φύγει προς μεγάλη ανακούφιση της κυρίας.

Γυρίζει λοιπόν στο σπίτι του με ένα τεράστιο χαμόγελο.

-Τι έγινε Γιαννάκη; Τι χαρές είναι αυτές; Από που έρχεσαι;

-Πήγα στο σπίτι που γλυκαίνονται!

-Τι πράγμα;;; Και τι έκανες εκεί, δηλαδή;

-Ααα, ήταν πολύ ωραία, μπαμπά!...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...Τις τρεις πρώτες τις κατάφερα μια χαρά και ευχαριστήθηκα πολύ! Μετά όμως μόνο να τις γλείφω μπορούσα!

22/11/11

Την επόμενη μέρα

Σάββατο πρωί. Μετά από μια νύχτα τρελής κρεπάλης με τους κολλητούς του, ο άντρας ξυπνάει με τρομερό πονοκέφαλο. Ούτε που θυμάται πως γύρισε σπίτι, πως μπήκε, πως έπεσε στο κρεβάτι.
Σηκώνεται, κάνει ένα ντους και πάει στην κουζίνα να φτιάξει έναν καφέ. Βρίσκει έτοιμο καφέ στην καφετιέρα και ένα σημείωμα της γυναίκας του:

"Αγάπη μου, σου έχω φτιάξει πρωινό, θα το βρεις ζεστό στο φούρνο. Αν δεν αισθάνεσαι καλά, πάρε ένα αναλγητικό, σου έχω αφήσει πάνω στο τραπέζι. Βγήκα για ψώνια, για να μαγειρέψω ένα υπέροχο φαγητό-έκπληξη για μεσημέρι. Θα τα πούμε σε λίγο. Σ' αγαπώ πολύ!"

Μετά από τα χθεσινά, ο καημένος περίμενε να τα ακούσει χοντρά. Με όλα αυτά που βλέπει, παραξενεύεται πολύ.

Έρχεται ο γιος τους στην κουζίνα.

-Καλημέρα, μπαμπά! Πώς είσαι σήμερα;

-...

-Η μαμά είπε πως χθες το βράδυ βγήκες με τους φίλους σου και γύρισες ξημέρωμα και πολύ κουρασμένος. Το πρωί τη βρήκα να μαζεύει κάτι εμετούς από το πάτωμα και κάτι σπασμένα. Είπε πως τα έριξες κατά λάθος μπαίνοντας σπίτι.

-Και είχε θυμώσει πολύ η μαμά;

-Μπα! Ήταν πολύ χαρούμενη, επειδή λέει πέρασες πολύ ωραία με τους φίλους σου!

-Άλλο πάλι... Δε μου λες, εσύ με άκουσες όταν γύρισα;

-Ναι, πως. Ανέβηκες πάνω και πήγες να πέσεις στο κρεβάτι ντυμένος. Η μαμά πήγε να σου βγάλει το παντελόνι, αλλά εσύ της φώναζες...
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...Κυρία μου αφήστε με ήσυχο, είμαι παντρεμένος!

10/11/11

Μπαμπά, φοβάσαι...;

Ο πατέρας βλέπει τηλεόραση, ενώ ο μικρός παίζει παραδίπλα με το αυτοκινητάκι του.

-Δε μου λες μπαμπά, φοβάσαι το σκοτάδι;

-Όχι παιδί μου, δεν το φοβάμαι!

Ύστερα ησυχία.


Μετά από μερικά λεπτά:

-Δε μου λες μπαμπά, φοβάσαι τα φαντάσματα;

Γελάει ο πατέρας.

-Όχι παιδί μου, φυσικά και δεν τα φοβάμαι.

-Ω, τι γενναίος που είσαι, μπαμπά!


Μετά από μερικά ακόμα λεπτά:

-Μπαμπά, μήπως φοβάσαι τα σκυλιά;

-"Όχι παιδί μου, ούτε τα σκυλιά τα φοβάμαι", αποκρίνεται ήρεμα ο πατέρας.


Ο μικρός εξακολουθεί ύστερα από λίγα λεπτά ησυχίας;

-Τους κεραυνούς όμως; Τους κεραυνούς τους φοβάσαι;

-Όχι αγοράκι μου! Δε φοβάμαι ούτε τους κεραυνούς!

Ο μικρός φαίνεται ότι ικανοποιήθηκε, γιατί ησυχάζει για περισσότερη ώρα.


Κάποια στιγμή όμως, να τον, πετάγεται πάλι:

-Δηλαδή μπαμπά, δε φοβάσαι τίποτα στον κόσμο...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...εκτός από τη μαμά;


(Υ.Γ.: Αυτός στη φωτογραφία δεν είναι ο Φερεντίνος, απλά του μοιάζει. q-:)

4/11/11

Ο ζωηρός πατέρας

Ο γιος κανονίζει να δειπνήσουν ένα βράδυ μαζί με τους γονείς του για να τους γνωρίσει την κοπέλα του.

-"Αγαπητοί γονείς, έχω κάτι ευχάριστο να σας ανακοινώσω: Με την Αγγελική βγαίνουμε εδώ και λίγο καιρό και αποφασίσαμε να παντρευτούμε", τους πετάει κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του δείπνου.

Ο πατέρας του δε φαίνεται να χαίρεται και ιδιαίτερα. Σε κάποια φάση, βρίσκει ευκαιρία, τον παίρνει παράμερα και του ομολογεί:

-Γιε μου, πρέπει να σου πω κάτι που μάλλον δεν το ξέρεις: Πριν 25 χρόνια είχα μια μικρή περιπέτεια και για να μη στα πολυλογώ, η Αγγελική είναι ετεροθαλής αδερφή σου. Οπότε, καταλαβαίνεις, δε μπορείτε να παντρευτείτε!

Στενοχωριέται πολύ ο γιος, αλλά βρίσκει μια πρόφαση και τα χαλάει με την κοπέλα. Το επεισόδειο πάντως ξεχνιέται με τον καιρό.


Ένα χρόνο μετά, ο γιος επισκέπτεται τους γονείς του για να τους ανακοινώσει πάλι κάτι σημαντικό.

-Αγαπημένοι μου γονείς, θα σας γνωρίσω την κοπέλα που τα έχουμε αυτό τον καιρό, γιατί αποφασίσαμε να το πάμε σιγά-σιγά πιο σοβαρά. Τη λένε Χάρις και θα έρθει να φάμε το Σάββατο μαζί.

Το επόμενο Σάββατο κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο πατέρας του παίρνει πάλι το γιο του ιδιαιτέρως και του ομολογεί όχι χωρίς δυσκολία:

-Αχ βρε γιε μου, είσαι λίγο άτυχος... Πρέπει να σου πω πάλι κάτι δυσάρεστο. Η κοπελιά... να, ξέρεις, με τη μάνα της τα είχα λίγο πριν γνωρίσω τη μητέρα σου... Καταλαβαίνεις... Δε μπορεί να γίνει αυτός ο γάμος, θα είναι αιμομιξία.

Ο γιος το παίρνει βαρέως. Στη συνέχεια του γεύματος δε μιλιέται καθόλου. Όταν τον ρωτάνε η μάνα του και η κοπελιά τι έχει, δεν απαντάει.

Μερικές μέρες αργότερα, βρίσκει μια δικαιολογία να χωρίσει με την κοπελιά που φυσικά είναι κι αυτή απαρηγόρητη.

Το περιστατικό πάντως ξεχνιέται επίσης μέσα στη φθορά της καθημερινότητας, χάνεται "στη σκόνη του χρόνου". Ο γιος γνωρίζει κι άλλες κοπέλες και κάνει διάφορες σχέσεις, πότε περιστασιακές και πιο σοβαρές.


Δυο χρόνια αργότερα, πηγαίνει επίσκεψη στους γονείς του με τη νέα του κοπέλα, τη Μυρτώ.

-Αγαπητοί γονείς, να σας γνωρίσω τη Μυρτώ, με την οποία θα συζήσουμε και είπαμε του χρόνου να παντρευτούμε!

Ο πατέρας όμως, για τρίτη φορά παίρνει το γιο και τον πηγαίνει ιδιαιτέρως στην κουζίνα να του μιλήσει. Ο γιος υποψιάζεται τι θα του πει και χάνει το κέφι του.

Εκεί όμως που του εξηγεί ο πατέρας για ένα καλοκαίρι πριν πολλά-πολλά χρόνια που είχαν πάει διακοπές με τη μάνα του σε ένα νησί και είχε γνωρίσει μια ντόπια με την οποία είχε ζήσει μια νύχτα πάθους, τους διακόπτει η μάνα.

-"Δεν πας να κρατήσεις λίγο συντροφιά στην κοπέλα που την έχουμε αφήσει μόνη της;" Πετάει αυστηρά στον πατέρα.

Κι αφού έφυγε ο πατέρας, πιάνει το γιο και του λεει:

-Κοίτα γιε μου, ξέρω τι έγινε τις δύο προηγούμενες φορές και δε θέλω να στενοχωριέσαι. Δε χρειαζόταν να χωρίσεις με τις κοπελιές σου, δεν υπήρχε πραγματικός λόγος. Το πιο σημαντικό όμως είναι να μη χάσεις αυτή εδώ την ευκαιρία να αποκατασταθείς. Η Μυρτώ είναι πολύ καλή κοπέλα, θα ζήσετε ευτυχισμένοι μαζί.

-"Μα αφού είναι κι αυτή ετεροθαλής αδερφή μου", απαντάει μυξοκλαίγοντας ο γιος... "Ο πατέρας μου μου έχει καταστρέψει τη ζωή..."

-Αχ αγόρι μου, κάθεσαι και τον ακούς... Κατ' αρχάς, ποιος σου είπε ότι...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...είναι ο πραγματικός σου πατέρας;

23/10/11

Δώσε χαιρετίσματα

Ο πατέρας, περνώντας απ' έξω από το δωμάτιο της εφτάχρονης κόρης το βράδυ πριν τον ύπνο ακούει την προσευχή της μικρής:

-Θεέ μου, σε παρακαλώ, κάνε με καλό κορίτσι, φύλαγε το μπαμπά μου, τη μαμά μου, τον αδερφό μου και δώσε και χαιρετίσματα στον παππού.

Παραξενεύεται ο πατέρας, αλλά δε δίνει σημασία.

Το επόμενο πρωί, τον παίρνουν τηλέφωνο στο γραφείο ότι πέθανε ο πεθερός του. Κάποια στιγμή στην κηδεία θυμάται τα λόγια της προσευχής της μικρής και παθαίνει ένα μικρό σοκ. Δεν κάνει τίποτα όμως.

Περνούν κάποιοι μήνες, στη διάρκεια των οποίων ο πατέρας κάθε βράδυ πήγαινε έξω από το παιδικό δωμάτιο και κρυφάκουγε την προσευχή της κόρης του, χωρίς όμως να ακούει κάτι περίεργο.



Ένα βράδυ, λοιπόν, ακούει τη μικρή να ζητάει από το Θεό να δώσει χαιρετίσματα στο θείο Αλέκο.

Πάει στο κρεβάτι και πιάνει κουβέντα με τη γυναίκα του.

-Βρε Μαριώ, τι κάνει ο θείος σου ο Αλέκος;

-Ε, τι να κάνει, έχει εκείνα τα προβλήματα με την καρδιά του. Τον ταλαιπωρεί λίγο αλλά φαίνεται πως αντέχει.

-Κι όμως. Δεν τον βλέπω καλά! Χτύπα ξύλο, αλλά νομίζω ότι πολύ σύντομα θα έχουμε κακά νέα.

-Τι λες βρε Θανάση; Αφού είναι καλύτερα τώρα.

-Ε, καλά, θα δεις...

Και πραγματικά, το επόμενο μεσημέρι, μαθαίνουν ότι πέθανε ο θείος Αλέκος.



Περνούν μερικοί ακόμα μήνες. Ένα βράδυ ακούει ο πατέρας τη μικρούλα να λεει την εξής προσευχή:


-Θεέ μου, σε παρακαλώ, κάνε με καλό κορίτσι, φύλαγε τη μαμά μου, την αδερφή μου και δώσε και χαιρετίσματα στο μπαμπά!

Φρικάρει ο πατέρας. Προβλήματα υγείας δεν είχε, εχθρούς δεν είχε, προσεχτικός ήταν γενικώς. Πώς ήταν δυνατόν να πάθει κάτι; Ήταν και αρκετά νέος.

Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε. Το πρωί με τα χίλια ζόρια σέρνεται μέχρι τη δουλειά του, αλλά που μυαλό για εργασία. Κάθε πέντε λεπτά κοιτιόταν στον καθρέφτη να δει αν ήταν χλωμός και έπιανε το σφυγμό του να δει αν ζούσε. Εκτός από το ψυχολογικό του χάλι όμως, σωματικά ήταν καλά.

Αφού πέρασε αυτή η μαύρη μέρα και διαπίστωσε το απόγευμα ότι ήταν ακόμα ζωντανός, παίρνει το δρόμο της επιστροφής.

Με φοβερή προσοχή, πάει μέχρι το πάρκινγκ τριπλοκοιτάζοντας το δρόμο φοβούμενος μην τον πατήσει κανένας. Στο αυτοκίνητο, ανοίγει το καπό κοιτάζοντας μήπως είναι παγιδευμένο(!). Μπαίνει μέσα, οδηγεί σιγά-σιγά στη δεξιά λωρίδα κοιτάζοντας συνεχώς τον καθρέφτη. Παρκάρει έξω από το σπίτι του, ανεβαίνει τη σκάλα τσεκάροντας ένα-ένα τα σκαλιά μήπως γλυστράνε.

Τελικά, μπαίνοντας σπίτι του, τον βλέπει η γυναίκα του και τρομάζει.

-Θανάση μου, φαίνεσαι εντελώς χάλια!

-Άστα ρε Μαριώ, δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Και τα νεύρα μου είναι εντελώς κουρέλια.

-Μα κι εμείς εδώ στη γειτονιά είχαμε φασαρία σήμερα...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...συνέβη ένα θανατηφόρο ατύχημα στον Κυριάκο τον υδραυλικό! Άστα, που να στα λέω...

16/10/11

Βαρεμάρα

Δυο κύριοι κάθονται σ' ένα μπαρ. Ο ένας περιμένει κάποιον και ψάχνει να σκοτώσει την ώρα του.

-Καλησπέρα σας, κύριε. Θέλετε να σας κεράσω μια μπύρα;

-Όχι, σας ευχαριστώ. Μια φορά ήπια μια μπύρα και δε μου άρεσε καθόλου!

-Τότε ένα ουίσκυ, ίσως;

-Μπα, ούτε ουίσκυ πίνω. Μια φορά όταν ήμουνα μικρός ήπια και ξέρασα. Από τότε δεν ξαναδοκίμασα.

-Θέλετε να κουβεντιάσουμε λίγο, να περάσει η ώρα;

-Τι να σας πω. Μια φορά μου έπιασε την κουβέντα κάποιος στο λεωφορείο και μου αμόλησε τόσε κοτσάνες που κόντεψα να καραφλιάσω. Και μετά δεν ξεκόλλαγε κιόλας.

"Αμάν, τι στραβόξυλο είναι τουτος;" σκέφτεται ο άλλος. "Και δεν περνάει κι ώρα..."

-Πάμε να μιλήσουμε στις δυο κοπέλες που κάθονται μόνες εκεί δίπλα; Ωραίες δεν είναι;

-Μπα! Μια φορά που έμπλεξα με γυναίκα, αναγκάστηκα στο τέλος να την παντρευτώ...

Ο άλλος προσέχει την εικόνα στο κινητό του πρώτου.

-Ο γιος σας είναι αυτός;

-Μάλιστα.

-Να υποθέσω ότι...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...είναι μοναχοπαίδι;