6/11/11

Η εξομολόγηση

Ο νεοφερμένος στο χωριό στην εξομολόγηση:

-Πάτερ, αμάρτησα!

-Τι έκανες, τέκνον μου;

-Ε, να, με μια κοπέλα απ' το χωριό προχθές, ξέρετε, είμασταν σε ένα μαγαζί, είχαμε πιει, χορεύαμε, περνούσαμε ωραία και καταλήξαμε σπίτι μου ...καταλαβαίνετε...

-Τέκνον μου, αυτό που έκανες είναι όντως αμαρτία. Η θρησκεία μας διδάσκει την εγκράτεια...

-Ναι, πάτερ, παραδέχομαι το σφάλμα μου.

-Για πες μου όμως τώρα, ποια είναι η κοπέλα;

-Α, πάτερ, δε μπορώ να το πω αυτό, θα την εκθέσω και δεν κάνει...

-Μήπως είναι η Κατερίνα του Θανάση που έχει το φούρνο;

-Σας, παρακαλώ, δε μπορώ να πω!

-Μήπως είναι η Στεφανία, η κόρη του μπακάλη;

-Μην επιμένετε, δε μπορώ να την εκθέσω!

-Α! Ξέρω ποια είναι, επιμένει ο παπάς που θέλει να τον ψαρέψει. Είναι η Σοφία η κόρη της δασκάλας. Σωστά;

-Με συγχωρείτε, δε μπορώ να σας πω. Μη συνεχίζετε...

-Καλά. Τέλος πάντων. Νηστεία και προσευχή για μια εβδομάδα και έλα την επόμενη Κυριακή να κοινωνήσεις. Σύμφωνοι;

-Μάλιστα πάτερ!


Βγαίνοντας από την εκκλησία, πάει στο φίλο του.

-Μήτσο, την ψήσαμε...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...έχω τρία ονόματα, και τα τρία φαβορί για να πηδήξουμε!

Η τελευταία επιθυμία του αρχιτσιγκούνη

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πολύ τσιγκούνης. Όλη τη ζωή του μάζευε λεφτά στερώντας τα πάντα και από τον ίδιο και από τη γυναίκα του.

Με τα πολλά, πέρασαν τα χρόνια, γέρασε και ήρθε η στιγμή που θα πέθαινε. Ζήτησε από τη γυναίκα του λοιπόν ως τελευταία επιθυμία να του βάλει μαζί του όλα του τα χρήματα στην κάσα ώστε να τα πάρει μαζί του!

Η γυναίκα του τσαντίστηκε πάρα πολύ, αλλά πώς θα μπορούσε να αρνηθεί την τελευταία επιθυμία ενός ετοιμοθάνατου; Του το υποσχέθηκε λοιπόν.

Έτσι λοιπόν, σε μερικές ημέρες γίνεται η κηδεία και παραβρίσκονται οι λίγοι συγγενείς που είχαν. Πριν κατεβάσουν το φέρετρο, η χήρα τοποθετεί μέσα ένα κουτί φανερά συγκινημένη.

Αργότερα, στο καφεδάκι της παρηγοριάς, τη ρωτάει η αδερφή της:

-Καλά, δε μου λες, ηλίθια είσαι; Δεν πιστεύω να χαράμισες έτσι τόσα λεφτά; Δεν πρέπει επιτέλους να χαρείς κι εσύ λίγο τη ζωή σου μετά από τόσες στερήσεις;

-Αχ βρε Κούλα, τι να κάνω αφού το είχα υποσχεθεί; Είναι δυνατόν να αρνηθώ στον αντρούλη μου την τελευταία του επιθυμία;

-Και δηλαδή το έκανες;

-Ε, κοίτα, για να είμαι ειλικρινής, τα λεφτά είναι στην τράπεζα. Του έβαλα όμως...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...μια επιταγή!

5/11/11

Ο σπόρος που θα γίνει αδερφάκι

Βράδυ. Ησυχία. Υποτίθεται ότι ο πιτσιρίκος κοιμάται, αλλά στην πραγματικότητα διαβάζει κρυφά Μίκυ Μάους. Κάποια στιγμή ξεχωρίζει κάτι περίεργους θορύβους από την κρεβατοκάμαρα των γονιών του.

Πάει μέχρι εκεί, λοιπόν, ανοίγει την πόρτα και παρατηρεί τους γονείς του σε μια ...κάπως τρυφερή κατάσταση. Φεύγει σιγά-σιγά, χωρίς να κάνει φασαρία.

Την επόμενη πάει στον πατέρα του και τον ρωτάει:

-Μπαμπά, τι έκανες χθες βράδυ με τη μαμά στην κρεβατοκάμαρα; Άκουσα τη φασαρία που κάνατε.

Αμήχανος ο πατέρας, του απαντάει:

-Εχμ, τίποτα παιδί μου. Θυμάσαι που λέγαμε ότι θέλουμε να κάνουμε άλλο ένα παιδάκι για να σου κάνει παρέα; Ε, να, χθες το βράδυ φύτεψα στην κοιλιά της μαμάς σου ένα σπόρο, ώστε σε μερικούς μήνες να βγει αδερφάκι!

-Εντυπωσιάζεται ο μικρός και κάνει μερικές ακόμα ερωτήσεις τις οποίες ο πατέρας του απαντάει και το θέμα φαίνεται να είναι λήξαν.


Περνάνε μερικοί μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων, ο μικρός ακούει από τους γονείς του συχνά-πυκνά το ίδιο βιολί τα βράδια στην κρεβατοκάμαρα.


Ένα απόγευμα, ο μικρός πάει στον πατέρα του κλαίγοντας:

-Μπαμπά, μπαμπά, δεν πρόκειται να αποκτήσω ποτέ αδερφάκι!

-Γιατί το λες αυτό παιδί μου; Αφού εμείς με τη μαμά σου προσπαθούμε.

-Ναι, είναι αλήθεια, αλλά ξέρεις, το σπόρο που βάζεις εσύ στην κοιλιά της μαμάς τις νύχτες...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...έρχεται τα πρωινά ο νονός και τον τρώει!

4/11/11

Ο ζωηρός πατέρας

Ο γιος κανονίζει να δειπνήσουν ένα βράδυ μαζί με τους γονείς του για να τους γνωρίσει την κοπέλα του.

-"Αγαπητοί γονείς, έχω κάτι ευχάριστο να σας ανακοινώσω: Με την Αγγελική βγαίνουμε εδώ και λίγο καιρό και αποφασίσαμε να παντρευτούμε", τους πετάει κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του δείπνου.

Ο πατέρας του δε φαίνεται να χαίρεται και ιδιαίτερα. Σε κάποια φάση, βρίσκει ευκαιρία, τον παίρνει παράμερα και του ομολογεί:

-Γιε μου, πρέπει να σου πω κάτι που μάλλον δεν το ξέρεις: Πριν 25 χρόνια είχα μια μικρή περιπέτεια και για να μη στα πολυλογώ, η Αγγελική είναι ετεροθαλής αδερφή σου. Οπότε, καταλαβαίνεις, δε μπορείτε να παντρευτείτε!

Στενοχωριέται πολύ ο γιος, αλλά βρίσκει μια πρόφαση και τα χαλάει με την κοπέλα. Το επεισόδειο πάντως ξεχνιέται με τον καιρό.


Ένα χρόνο μετά, ο γιος επισκέπτεται τους γονείς του για να τους ανακοινώσει πάλι κάτι σημαντικό.

-Αγαπημένοι μου γονείς, θα σας γνωρίσω την κοπέλα που τα έχουμε αυτό τον καιρό, γιατί αποφασίσαμε να το πάμε σιγά-σιγά πιο σοβαρά. Τη λένε Χάρις και θα έρθει να φάμε το Σάββατο μαζί.

Το επόμενο Σάββατο κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο πατέρας του παίρνει πάλι το γιο του ιδιαιτέρως και του ομολογεί όχι χωρίς δυσκολία:

-Αχ βρε γιε μου, είσαι λίγο άτυχος... Πρέπει να σου πω πάλι κάτι δυσάρεστο. Η κοπελιά... να, ξέρεις, με τη μάνα της τα είχα λίγο πριν γνωρίσω τη μητέρα σου... Καταλαβαίνεις... Δε μπορεί να γίνει αυτός ο γάμος, θα είναι αιμομιξία.

Ο γιος το παίρνει βαρέως. Στη συνέχεια του γεύματος δε μιλιέται καθόλου. Όταν τον ρωτάνε η μάνα του και η κοπελιά τι έχει, δεν απαντάει.

Μερικές μέρες αργότερα, βρίσκει μια δικαιολογία να χωρίσει με την κοπελιά που φυσικά είναι κι αυτή απαρηγόρητη.

Το περιστατικό πάντως ξεχνιέται επίσης μέσα στη φθορά της καθημερινότητας, χάνεται "στη σκόνη του χρόνου". Ο γιος γνωρίζει κι άλλες κοπέλες και κάνει διάφορες σχέσεις, πότε περιστασιακές και πιο σοβαρές.


Δυο χρόνια αργότερα, πηγαίνει επίσκεψη στους γονείς του με τη νέα του κοπέλα, τη Μυρτώ.

-Αγαπητοί γονείς, να σας γνωρίσω τη Μυρτώ, με την οποία θα συζήσουμε και είπαμε του χρόνου να παντρευτούμε!

Ο πατέρας όμως, για τρίτη φορά παίρνει το γιο και τον πηγαίνει ιδιαιτέρως στην κουζίνα να του μιλήσει. Ο γιος υποψιάζεται τι θα του πει και χάνει το κέφι του.

Εκεί όμως που του εξηγεί ο πατέρας για ένα καλοκαίρι πριν πολλά-πολλά χρόνια που είχαν πάει διακοπές με τη μάνα του σε ένα νησί και είχε γνωρίσει μια ντόπια με την οποία είχε ζήσει μια νύχτα πάθους, τους διακόπτει η μάνα.

-"Δεν πας να κρατήσεις λίγο συντροφιά στην κοπέλα που την έχουμε αφήσει μόνη της;" Πετάει αυστηρά στον πατέρα.

Κι αφού έφυγε ο πατέρας, πιάνει το γιο και του λεει:

-Κοίτα γιε μου, ξέρω τι έγινε τις δύο προηγούμενες φορές και δε θέλω να στενοχωριέσαι. Δε χρειαζόταν να χωρίσεις με τις κοπελιές σου, δεν υπήρχε πραγματικός λόγος. Το πιο σημαντικό όμως είναι να μη χάσεις αυτή εδώ την ευκαιρία να αποκατασταθείς. Η Μυρτώ είναι πολύ καλή κοπέλα, θα ζήσετε ευτυχισμένοι μαζί.

-"Μα αφού είναι κι αυτή ετεροθαλής αδερφή μου", απαντάει μυξοκλαίγοντας ο γιος... "Ο πατέρας μου μου έχει καταστρέψει τη ζωή..."

-Αχ αγόρι μου, κάθεσαι και τον ακούς... Κατ' αρχάς, ποιος σου είπε ότι...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...είναι ο πραγματικός σου πατέρας;

3/11/11

Οι νυχτερίδες

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια παρέα νυχτερίδες που είχαν συνήθεια όταν κρεμόντουσαν ανάποδα για ύπνο στην οροφή της σπηλιάς τους το ξημέρωμα, να συζητούν πως πέρασαν τη νύχτα τους.

Βλέπουν λοιπόν ένα ξημέρωμα τη μία να έχει αίματα στο στόμα της και να είναι καλοχορτασμένη και χαρούμενη.

-Τι έγινε απόψε; Πώς τα πέρασες;

-Α, που να σας τα λέω: Βλέπετε το μεγάλο δέντρο λίγο πέρα από την έξοδο της σπηλιάς; Όταν βγήκα , έστριψα αριστερά και συνέχισα. Έφτασα σε μια ελεύθερη κατασκήνωση που κοιμoύνταν έξω μια παρέα γυμνιστές. Ήπια αίμα από αρκετούς, την έκανα ταράτσα και χόρτασα!

-Μπράβο, της λένε οι άλλες.


Το επόμενο ξημέρωμα, βλέπουν μια άλλη νυχτερίδα να έχει γίνει διπλή σε μέγεθος, και να είναι πιτσιλισμένη με αίματα παντού.

-Πώς πέρασες εσύ απόψε;

-Α, τι να σας πω! Μεγάλη τύχη απόψε! Βλέπετε το μεγάλο δέντρο στην έξοδο της σπηλιάς; Όταν πέταξα έξω, έστριψα δεξιά και συνέχισα σε αναζήτηση φρέσκου αίματος. Λίγο παρακάτω είχε μόλις γίνει μια μάχη και κείτονταν νεκροί καμιά εκατοστή άνθρωποι. Ήπια αίμα από όλους και γουρούνιασα κανονικά. Τσιμπούσι βασιλικό!


Το επόμενο ξημέρωμα, βλέπουν μιαν άλλη νυχτερίδα κυριολεκτικά καταματωμένη, να στάζει αίματα από παντού, με τα φτερά της στραπατσαρισμένα και τα μάτια της κατάμαυρα.

-Μα τι έγινε απόψε μ' εσένα;

-Ωωωχ, αφήστε με στον πόνο μου! Βλέπετε το μεγάλο δέντρο στην έξοδο; Ε, απόψε το σούρουπο που πέταξα έξω ορεξάτη...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...δεν το είδα!

2/11/11

Στο ταξί

Βρισκόμαστε στο ταξί. Ο οδηγός οδηγεί ενώ ο πελάτης κάθεται στο πίσω κάθισμα.

Σε κάποια φάση, ο πελάτης χτυπάει τον οδηγό στην πλάτη γιατί θέλει να τον ρωτήσει κάτι.

Ο οδηγός ταράζεται και χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και ύστερα από μια τρελή πορεία καταλήγει στο πεζοδρόμιο, ευτυχώς χωρίς ζημιές.

-Συγνώμη, δεν ήθελα να σας τρομάξω, απλά μια ερώτηση ήθελα να κάνω...

-Αχ, δε φταίτε εσείς! Ξέρετε, σήμερα είναι η πρώτη μου μέρα στο ταξί, είναι καινούρια δουλειά.

-Αλήθεια; Και τι δουλειά κάνατε πριν;

-Οδηγός ήμουν και πριν και μάλιστα για 15 χρόνια!

-Α, μπράβο! Και τι οδηγούσατε;
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.

.
.
.
.
.
-Νεκροφόρα!

1/11/11

Ο παππούς και το βαζάκι

Πάει ένας ηλικιωμένος κύριος στο γιατρό για να κάνει εξέταση προστάτη.

Ο γιατρός του δίνει ένα καλά κλεισμένο αποστειρωμένο γυάλινο βαζάκι και του λέει:

-Πάρτε αυτό και αύριο το πρωί να μου φέρετε ένα δείγμα σπέρματος για να το αναλύσουμε. Σύμφωνοι;

-Μάλιστα γιατρέ μου. Ξέρετε, είναι λίγο δύσκολο στην ηλικία μου, αλλά θα προσπαθήσω.


Την επόμενη επιστρέφει στο γιατρό και του δίνει το βαζάκι άδειο.

-Τι έγινε; Δεν τα καταφέρατε;

-Αστα γιατρέ μου! Δε γίνεται τίποτα. Σήμερα το πρωί προσπάθησα με το ένα χέρι, τίποτα. Προσπαθώ και με τα δύο πάλι τίποτα. Ζορίζομαι. βάζω όλη μου τη δύναμη, πάλι τίποτα. Φωνάζω τη γυναίκα μου που είναι, πως να το κάνουμε, πιο επιδέξια, προσπαθεί κι αυτή πότε με το ένα, πότε με τα δυο χέρια, πάλι τίποτα.

-Μμμ, καταλαβαίνω.

-Δε σταματήσαμε εκεί όμως. Φωνάξαμε και την εγγονή μου που είναι νια και, πως να το κάνουμε, στίβει την πέτρα, προσπαθούσε κι αυτή ώρα, αλλά πάλι τίποτα. Φώναξε και το φίλο της που πάει γυμναστήριο, προσπάθησαν κι οι δυο μαζί, πάλι τίποτα!

Ο γιατρός αρχίζει να φρικάρει μ' αυτά που ακούει.

-Δεν ξέραμε τι να κάνουμε που λέτε. Από πάνω μας μένουν τρεις κυρίες μοναχές που κάνουμε παρέα. Τις φωνάξαμε κι αυτές να προσπαθήσουν, έβαλαν από ένα χεράκι, αλλά κρίμα στην προσπάθεια, πάλι δεν έγινε τίποτα. Τελικά τα παράτησα. Δεν υπάρχει γιατρειά...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...αυτό το βαζάκι δεν ανοίγει με τίποτα!