12/11/11

Το πιο γρήγορο πράγμα

Δυο πολυδιαβασμένοι φίλοι, ένας φυσικός κι ένας φιλόσοφος συζητάνε στο τραίνο.

-Έτσι που λες, Παντελή! Το πιο γρήγορο πράγμα στον κόσμο είναι το φως. Το απέδειξε κι ο Αινστάιν με τη θεωρία του εδώ και εκατό σχεδόν χρόνια. Τίποτα δεν τρέχει πιο γρήγορα από το φως!

-Ναι, δε λέω, ρε συ Αρίστο, το φως είναι γρήγορο. Όμως όσο κι αν είναι, ο νους μας είναι πιο γρήγορος. Δηλαδή, τη μια στιγμή μπορεί να είναι η σκέψη σου στη γη και την επόμενη στην Ανδρομέδα. Ακόμα και το φως για να διατρέξει αυτή την απόσταση θέλει πολλά χρόνια!

-Λες βλακείες! Εγώ μιλάω με επιστημονικά επιχειρήματα κι εσύ αραδιάζεις παλαβομάρες και λόγια του αέρα. Κι ύστερα τα λες φιλοσοφία!

-Δε μας παρατάς ρε; Σαν πολύ αέρα δεν πήρες; Για σένα δηλαδή ότι δεν είναι εξισώσεις δεν έχει καθόλου αξία;

-"Μην τσακώνεστε παιδιά μου, σας παρακαλώ", τους διακόπτει ένας γεράκος που καθόταν παραδίπλα. "Επιτρέψτε μου να εκφράσω τη γνώμη μου κι εγώ, παρόλο που έιμαι αγράμματος. Το πιο γρήγορο πράγμα δεν είναι ούτε το φως ούτε η σκέψη!

-Και τότε πιο είναι, κάνουν οι άλλοι δύο σαστισμένοι.

-Το πιο γρήγορο πράγμα, παιδιά μου, είναι...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...το κόψιμο! Εμένα που με έπιασε προχθές, δεν πρόλαβα ούτε το φως ν' ανάψω, ούτε καν να το σκεφτώ!

11/11/11

Γνωριμίες με τον Ωνάση

Ένα παλιό αλλά καλό:

Μια φορά ήταν ένας που ήθελε να κάνει εντύπωση στην κοπελιά του. Ένα βράδυ λοιπόν που είχαν πάει στο Ζαμπέτα, παρατηρεί ο τύπος σε ένα μακρινό τραπέζι να κάθεται ο Ωνάσης.

Περιμένει λοιπόν την ώρα που θα πάει η κοπελιά του στο μπάνιο και μόλις εκείνη φεύγει, σπεύδει στο τραπέζι του μεγιστάνα.

-Κύριε Ωνάση, να σας πω;

-Ορίστε κύριε, σας ακούω!

-Να, ξέρετε, θέλω να εντυπωσιάσω λίγο το κορίτσι μου, γιατί τις λέω ότι έχω μεγάλες γνωριμίες και δε με πιστεύει. Οπότε, θα με υποχρεώνατε αν κάνατε ότι περνούσατε από το τραπέζι μας και μου κουνούσατε το χέρι, κάνοντας τάχα ότι με γνωρίζετε.

-Κοιτάξτε, βασικά έχω κουραστεί πολύ να έρχονται διάφοροι άγνωστοι και να μου ζητάνε όλο τέτοια. Άλλη δουλειά δεν κάνω. Επιπλέον, κατά κάποιο τρόπο λέτε ψέματα στην κοπέλα σας κι εγώ το ψέμα δεν το συμπαθώ. Γι' αυτό, δε πηγαίνετε στη δουλειά σας;

-Αχ, κύριε Ωνάση, σας παρακαλώ πολύ! Ξέρετε, εσάς δε θα σας κοστίσει τίποτα, ενώ εμένα θα με βοηθήσετε τόσο! Κάντε μου αυτή τη χάρη, σας παρακαλώ!

Βαρέθηκε κι ο Αρίστος να ακούει τα παρακάλια, ίσως να κολακεύτηκε και λίγο, οπότε στο τέλος συμφωνεί να περάσει κάποια στιγμή κοντά από το τραπέζι του άλλου, δήθεν τυχαία.


Πραγματικά, μετά από λίγη ώρα, σηκώνεται ο Ωνάσης κι όπως περνάει δίπλα από το τραπέζι του άλλου, του γνέφει, του χαμογελάει και του πετάει ένα "Γεια χαρά!". Οπότε κι ο άλλος του αποκρίνεται...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
-Ωχ, πάλι εσύ; Τι θέλεις, ρε βδέλλα; Κι άλλα δανεικά;

10/11/11

Μπαμπά, φοβάσαι...;

Ο πατέρας βλέπει τηλεόραση, ενώ ο μικρός παίζει παραδίπλα με το αυτοκινητάκι του.

-Δε μου λες μπαμπά, φοβάσαι το σκοτάδι;

-Όχι παιδί μου, δεν το φοβάμαι!

Ύστερα ησυχία.


Μετά από μερικά λεπτά:

-Δε μου λες μπαμπά, φοβάσαι τα φαντάσματα;

Γελάει ο πατέρας.

-Όχι παιδί μου, φυσικά και δεν τα φοβάμαι.

-Ω, τι γενναίος που είσαι, μπαμπά!


Μετά από μερικά ακόμα λεπτά:

-Μπαμπά, μήπως φοβάσαι τα σκυλιά;

-"Όχι παιδί μου, ούτε τα σκυλιά τα φοβάμαι", αποκρίνεται ήρεμα ο πατέρας.


Ο μικρός εξακολουθεί ύστερα από λίγα λεπτά ησυχίας;

-Τους κεραυνούς όμως; Τους κεραυνούς τους φοβάσαι;

-Όχι αγοράκι μου! Δε φοβάμαι ούτε τους κεραυνούς!

Ο μικρός φαίνεται ότι ικανοποιήθηκε, γιατί ησυχάζει για περισσότερη ώρα.


Κάποια στιγμή όμως, να τον, πετάγεται πάλι:

-Δηλαδή μπαμπά, δε φοβάσαι τίποτα στον κόσμο...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...εκτός από τη μαμά;


(Υ.Γ.: Αυτός στη φωτογραφία δεν είναι ο Φερεντίνος, απλά του μοιάζει. q-:)

9/11/11

Σωστό μάρκετιγκ

Μια φορά ήταν ένας τύπος που περπάταγε στην έρημο, κάτω από τον καυτό ήλιο. Εκεί που κόντευε να πεθάνει από τη δίψα, ακούει μια φωνή:

-Γραβάτες! Γραβάτες! Εδώ οι καλές γραβάτες!

"Δεν είμαστε καλά!", σκέφτεται. "Της φαντασίας μου θα είναι, όπως οι οάσεις-αντικατοπτρισμοί που βλέπω κάθε τόσο!"

Κι όμως, μετά από λίγο, ακούγεται ξανά η φωνή:

-Γραβάτες! Αγοράστε εδώ τις πιο καλές γραβάτες! Για επίσημες περιστάσεις, για γάμους, για βαφτίσια!

Γυρνάει και τι να δει: Ένας βεδουίνος - πλανόδιος πωλητής, περιφερόταν κουβαλώντας κάτι τσάντες.

-Ψιτ, κύριος, θέλεις να αγοράσεις μια γραβάτα; Έχω πολύ καλά κομμάτια! Και σε πολύ καλές τιμές!

-Καλά, είσαι τρελός ανθρωπέ μου; Εδώ πεθαίνω από τη δίψα κι εσύ μου λες να αγοράσω γραβάτες; Τι να τις κάνω τις γραβάτες; Σε δεξίωση θα πάω;

-Γιατί, κύριος, έγκλημα είναι; Να κοίτα αυτήν εδώ, είναι ολομέταξη. Μα τα γένια του προφήτη, πραγματικό αριστούργημα!

-Να τις βράσω τις γραβάτες σου! Μήπως έχεις καθόλου νερό;

-Δεν παίρνεις αυτή με τα καρώ; Εξαιρετικό κομμάτι. Μόνο €80!

-Α, δεν είσαι μόνο τρελός, είσαι και ηλίθιος μαζί! Σιγά μη δώσω τόσα λεφτά γι' αυτή την παλιογραβάτα που δε μου χρειάζεται κιόλας!

-Πώς κάνεις έτσι, κύριος; Γιατί φωνάζεις σε ένα τίμιο βιοπαλαιστή;

-Μα είναι να μη φωνάζω; Αντί να μου πεις που θα βρω λίγο νερό να σωθώ, που κοντεύουν να με φάνε τα όρνια, με ζαλίζεις με τις παλιογραβάτες σου!

-Ω, μα τι γκρινιάρης που είσαι μα τον Αλλάχ! Αν θες να ξέρεις, σε 3 χιλιόμετρα από κει, έχει ένα αναψυκτήριο! Σε συμβουλεύω όμως να πάρεις μια γραβάτα...

Ο άλλος δεν ακούει πια τίποτα. Τον παρατάει σύξυλο και τρέχει προς την κατεύθυνση που του έδειξε.


Μετά από καμιά ώρα, ο διψασμένος επιστρέφει μισοπεθαμένος και λαχανιασμένος. Αγοράζει μια γραβάτα από τον πλανόδιο, την πληρώνει €120 και τρέχει πάλι προς την ίδια κατεύθυνση.

Φτάνει στο αναψυκτήριο και μπαίνει μέσα. Ο ιδιοκτήτης πίσω από τη μπάρα τον βλέπει και του λεει:

-Τώρα μάλιστα. Τώρα μπορείτε να μπείτε! Απαγορεύεται η είσοδος στο αναψυκτήριο μόνο σε όσους ...
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...δε φορούν γραβάτες από αυτές που πουλάει ο αδερφός μου!

8/11/11

Θεία Κρίση σου λένε μετά...

Σκηνικό κάποτε στο μέλλον:

Έξω από τις πύλες του Παραδείσου περιμένουν τη σειρά τους ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και ο Γιώργος Παπανδρέου μαζί με πλήθος άλλων αποδημήσαντων οι οποίοι ασπάζονται με σεβασμό το χέρι του πρώτου, ενώ τον δεύτερο αναγκάζεται να τον προστατεύσει ένα τάγμα αγγέλων γιατί κινδυνεύει με λυντσάρισμα.

Φτάνουν στον Άγιο Πέτρο;

-Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος! Διατέλεσα επί 25 έτη ποιμένας των ελληνορθόδοξων, έκανα πολλές αγαθοεργίες και δωρεές και στήριξα το λαό σε μια δύσκολη εποχή!

Ο Άγιος συμβουλεύεται το χοντρό βιβλίο του, δίνει στον μακαριστό ένα ζευγάρι φθαρμένα φτερά από δεύτερο χέρι και του κάνει βαριεστημένα νόημα να προχωρήσει προς τα μέσα.

-Επόμενος!

-"ΓΑΠ", αποκρίνεται μονολεκτικά και κάπως μουδιασμένα ο αγαπητός μας πρωθυπουργός, έχοντας ακόμα την έκπληξη στο πρόσωπό του για το πως έγινε και βρέθηκε εκεί αντί για το ...ανταγωνιστικό μαγαζί.

Ο Άγιος ψάχνει για μια ακόμα φορά τις σελίδες του βιβλίου του, μέχρι που το πρόσωπό του φωτίζεται.

-Καλώς το αγόρι μας! Τον αγαπητό μας!

Του δίνει ένα ζευγάρι ολόχρυσα φτερά κι ένα κάτασπρο φωτοστέφανο και διατάζει να στρώσουν το κόκκινο χαλί και πάνω ροδοπέταλα για να περάσει μπαίνοντας στον παράδεισο.

Από πίσω, το πλήθος έχει οργιάσει. Οι πρώτοι φωνάζουν:

-Γιά σταθείτε Αγιότατε, με όλο το σεβασμό, δηλαδή! Τον αρχιεπίσκοπο τον μπάσατε έτσι αδιάφορα, ενώ τον άλλο που κατέστρεψε τον τόπο τον βάζετε με όλες τις τιμές; Ε, δε μπορεί, κάποιο λάθος θα έχει γίνει. Πού είναι το δίκαιο της Θείας Κρίσης;

Ο Άγιος χαιδεύει τα γένεια του, χαμογελάει και εξηγεί ήρεμα:

-Κοίταξε τέκνον μου, εμείς δουλεύουμε με ένα αντικειμενικό και οπωσδήποτε δίκαιο σύστημα με βάση το ποιος φέρνει περισσότερο κόσμο στους κόλπους της εκκλησίας. Ο μακαριστός διατέλεσε αρχιεπίσκοπος επί εικοσιπέντε χρόνια, αλλά δεν έκανε και πολύ σημαντικό έργο. Επίσης, όποτε έβγαινε στον άμβωνα να μιλήσει, όλοι χασμουριόντουσαν και κοιτούσαν τα ρολόγια τους. Αντιθέτως, κάθε φορά που έβγαινε ο Γιωργάκης να μιλήσει...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...όλοι έκαναν την προσευχή τους, σταυροκοπιόντουσαν και έκαναν τάματα!

6/11/11

Η εξομολόγηση

Ο νεοφερμένος στο χωριό στην εξομολόγηση:

-Πάτερ, αμάρτησα!

-Τι έκανες, τέκνον μου;

-Ε, να, με μια κοπέλα απ' το χωριό προχθές, ξέρετε, είμασταν σε ένα μαγαζί, είχαμε πιει, χορεύαμε, περνούσαμε ωραία και καταλήξαμε σπίτι μου ...καταλαβαίνετε...

-Τέκνον μου, αυτό που έκανες είναι όντως αμαρτία. Η θρησκεία μας διδάσκει την εγκράτεια...

-Ναι, πάτερ, παραδέχομαι το σφάλμα μου.

-Για πες μου όμως τώρα, ποια είναι η κοπέλα;

-Α, πάτερ, δε μπορώ να το πω αυτό, θα την εκθέσω και δεν κάνει...

-Μήπως είναι η Κατερίνα του Θανάση που έχει το φούρνο;

-Σας, παρακαλώ, δε μπορώ να πω!

-Μήπως είναι η Στεφανία, η κόρη του μπακάλη;

-Μην επιμένετε, δε μπορώ να την εκθέσω!

-Α! Ξέρω ποια είναι, επιμένει ο παπάς που θέλει να τον ψαρέψει. Είναι η Σοφία η κόρη της δασκάλας. Σωστά;

-Με συγχωρείτε, δε μπορώ να σας πω. Μη συνεχίζετε...

-Καλά. Τέλος πάντων. Νηστεία και προσευχή για μια εβδομάδα και έλα την επόμενη Κυριακή να κοινωνήσεις. Σύμφωνοι;

-Μάλιστα πάτερ!


Βγαίνοντας από την εκκλησία, πάει στο φίλο του.

-Μήτσο, την ψήσαμε...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...έχω τρία ονόματα, και τα τρία φαβορί για να πηδήξουμε!

Η τελευταία επιθυμία του αρχιτσιγκούνη

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πολύ τσιγκούνης. Όλη τη ζωή του μάζευε λεφτά στερώντας τα πάντα και από τον ίδιο και από τη γυναίκα του.

Με τα πολλά, πέρασαν τα χρόνια, γέρασε και ήρθε η στιγμή που θα πέθαινε. Ζήτησε από τη γυναίκα του λοιπόν ως τελευταία επιθυμία να του βάλει μαζί του όλα του τα χρήματα στην κάσα ώστε να τα πάρει μαζί του!

Η γυναίκα του τσαντίστηκε πάρα πολύ, αλλά πώς θα μπορούσε να αρνηθεί την τελευταία επιθυμία ενός ετοιμοθάνατου; Του το υποσχέθηκε λοιπόν.

Έτσι λοιπόν, σε μερικές ημέρες γίνεται η κηδεία και παραβρίσκονται οι λίγοι συγγενείς που είχαν. Πριν κατεβάσουν το φέρετρο, η χήρα τοποθετεί μέσα ένα κουτί φανερά συγκινημένη.

Αργότερα, στο καφεδάκι της παρηγοριάς, τη ρωτάει η αδερφή της:

-Καλά, δε μου λες, ηλίθια είσαι; Δεν πιστεύω να χαράμισες έτσι τόσα λεφτά; Δεν πρέπει επιτέλους να χαρείς κι εσύ λίγο τη ζωή σου μετά από τόσες στερήσεις;

-Αχ βρε Κούλα, τι να κάνω αφού το είχα υποσχεθεί; Είναι δυνατόν να αρνηθώ στον αντρούλη μου την τελευταία του επιθυμία;

-Και δηλαδή το έκανες;

-Ε, κοίτα, για να είμαι ειλικρινής, τα λεφτά είναι στην τράπεζα. Του έβαλα όμως...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...μια επιταγή!