6/10/11

Εξιτήριο από το φρενοκομείο

Ο επικεφαλής του φρενοκομείου εξετάζει μια φουρνιά από πρώην τρελούς που είναι έτοιμοι να ...αποφοιτήσουν για να δει αν όντως έχουν θεραπευτεί.

Πάει στον πρώτο, λοιπόν, και του λέει:

-Θα σου κάνω μια πολύ απλή ερώτηση για να δω πως τα πας. Αν μου απαντήσεις σωστά, αυτό θα σημαίνει ότι μάλλον είσαι πια τελείως καλά και θα είσαι ελεύθερος να φύγεις. Σύμφωνοι;

-Ναι γιατρέ μου! Πάμε την ερώτηση!

-Πόσο κάνει ένα κι ένα;

-Απλό! Μια κότα!

"Ααα, αυτός είναι θεόμουρλος", σκέφτεται ο γιατρός και διατάζει να του φορέσουν πάλι το ζουρλομανδύα.

Πάει στο δεύτερο και του λέει τα ίδια:

-Θα σου κάνω κι εσένα την ίδια απλή ερώτηση. Ο συνάδελφός σου με απογοήτευσε πριν από λίγο. Πρόσεξε εσύ να απαντήσεις λογικά για να μην έχεις την ίδια κατάληξη! Λοιπόν, πόσο κάνει ένα κι ένα;

-"Εύκολο! Ήρθε η άνοιξη", του απαντάει ο άλλος.

"Ααα, καλά, κι αυτός για δέσιμο είναι", σκέφτεται πάλι ο γιατρός. -"Πάρτε τον", φωνάζει στους νοσοκόμους.

Πάει λοιπόν και στον τελευταίο, σκουπίζει τον ιδρώτα του με το μαντηλάκι του και του απευθύνει:

-Η σειρά σου παιδί μου. Για σένα πάντα έτρεφα μια συμπάθεια και ιδιαίτερες ελπίδες ότι θα τα καταφέρεις να θεραπευτείς. Αλλά και η πορεία σου μέχρι τώρα ήταν ικανοποιητική. Θα σου κάνω κι εσένα την ίδια ερώτηση. Μη μου πεις πάλι τίποτα τρέλες, σε παρακαλώ. Πες μου κάτι λογικό να σου υπογράψω το εξιτήριό σου, να πας στην ευχή του Θεού!

-"Ένα κι ένα κάνει δύο, γιατρέ μου!", του απαντάει χαρούμενα ο άλλος.

-"Μπράβο παιδί μου!", αναφωνεί ο γιατρός και τον σφίγγει στην αγκαλιά του. "Το ήξερα ότι δε θα με απογοητεύσεις".

Του υπογράφει το ...απολυτήριό του με άριστα (-; του σφίγγει το χέρι και τον πηγαίνει μέχρι την πόρτα.

-Όταν σκέφτομαι τι αηδίες μου αράδιασαν οι άλλοι δύο, παιδί μου, στενοχωριέμαι πολύ. Τι να κάνουμε όμως, θα προσπαθήσουμε πάλι να τους θεραπεύσουμε.

-Είδατε γιατρέ μου; Κι ήταν κατά βάθος τόσο απλή και στοιχειώδης ερώτηση...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...Δεν είχα παρά να διαιρέσω την κότα με την άνοιξη!

Ο ιεραπόστολος, οι κανίβαλοι και οι βάρβαροι λευκοί


Βρισκόμαστε σε κάποιο χωριό της Αφρικής. Ο γενναίος ιεραπόστολος έχει αφιερώσει τη ζωή του να εκπολιτίσει τις ντόπιες φυλές πρώην ανθρωποφάγων και να τους δώσει φυσικά και τα φώτα του Χριστιανισμού.

Συχνά περνάει αρκετή ώρα διηγούμενος ιστορίες για το πως ζουν οι λευκοί άνθρωποι στις πόλεις τους. Δεν παραλείπει φυσικά να τους λέει και τα άσχημα του πολιτισμού. Σε κάποια από αυτές τις συναθροίσεις, συζητούν για τον πόλεμο.

-Και που λέτε, οι λευκοί έχουν κατασκευάσει φοβερά όπλα καταστροφής, καμία σχέση με τα ακόντια που έχετε εδώ πέρα. Υπάρχουν τα πιστόλια και τα τουφέκια, με τα οποία πατάς απλώς μια σκανδάλη και μπορείς να σκοτώσεις κάποιον χωρίς να τον πλησιάσεις! Υπάρχουν κάτι σιδερένια κάρα που έχουν μέσα πολεμιστές και σκορπάνε το θάνατο σκοτώνοντας ότι βρεθεί στο περασμά τους! Κι ακόμα υπάρχουν ιπτάμενες μηχανές που μπορούν από ψηλά να ρίξουν φωτιά και να κάψουν ολόκληρα χωριά!

Οι άγριοι ακούν με ενδιαφέρον.

-Και όλοι αυτοί οι λευκοί άνθρωποι που πέφτουν θύματα των όπλων, καταλήγουν σκοτωμένοι ή και ψημένοι στις φλόγες της φωτιάς που λέτε;

-Ναι, παιδιά μου. Γιατί δυστυχώς οι άνθρωποι είναι άπληστοι. Θέλουν πάντα να σκοτώνουν τους άλλους και να τους παίρνουν ό,τι έχουν.

-Ααα, δηλαδή σκοτώνετε γι' αυτό το λόγο; Όχι για να τους φάτε;

-Όχι παιδί μου. Για τη δύναμη και την εξουσία μόνο!

-Καλά, όλο αυτό το ανθρώπινο κρέας από τους σκοτωμένους που προκύπτει κατά τη διάρκεια των πολέμων τι το κάνετε; Δε σας χαλάει;

-Οι λευκοί άνθρωποι, τέκνα μου, δεν τρώνε τους νεκρούς αντιπάλους τους.

-Και δηλαδή, απλά αφήνετε τους νεκρούς να σαπίσουν;

-Ναι, παιδί μου. Και είναι τόσο θλιβερό αυτό το θέαμα των σκοτωμένων παιδιών, των ανθρώπων που χάνονται...

-Μα τι βάρβαροι και απολίτιστοι που είστε εσείς οι λευκοί! Όχι απλά σκοτώνετε χωρίς ουσιαστικό λόγο, αφήνετε και το κρέας να πάει χαμένο!

5/10/11

Στο λεωφορείο

Ήταν μια τύπισσα και περίμενε πρωί-πρωί το λεωφορείο για να πάει στη δουλειά της. Όπως έρχεται λοιπόν το λεωφορείο στη στάση και σταματάει, πλακώνουν, κατά τα γνωστά, μπουλούκι όλοι μαζί να τρέξουν να προλάβουν να ανεβούν.

Τρέχει κι αυτή και όταν φτάνει στην πόρτα του λεωφορείου προσπαθεί να ανέβει, αλλά δε μπορεί. Γιατί βλέπετε, η τύπισσα φόραγε εκείνη την ημέρα μια πολύ κοντή και πολύ στενή φούστα και δε μπορούσε να ανοίξει τα πόδια της σχεδόν καθόλου. Χώρια οι γόβες...

Φασαρία λοιπόν, χαμός, κι αυτή να προσπαθεί μάταια εν μέσω των εκνευρισμένων "Άντε κυρία μου τελείωνε!" από την ουρά πίσω της. Τι να κάνει κι εκείνη, αφού είδε κι απόειδε, βάζει το χέρι της στο πίσω μέρος της φούστας και ξεκουμπώνει το ένα από τα τρία κουμπιά της, μήπως χαλαρώσει λίγο και μπορέσει να ανοίξει τα πόδια της για να ανέβει στο λεωφορείο. Μάταια όμως.

Ο κύριος από πίσω της, φανερά εκνευρισμένος, ωρύεται μέσα στο στριμωξίδι: "Μα τι κάνεις κυρά μου, έχεις τρελαθεί τελείως;;;". Αυτή όντας τελείως πανικοβλημένη, ξεκουμπώνει και το δεύτερο κουμπί και ξαναπροσπαθεί, και πάλι δίχως αποτέλεσμα.

Ξεκουμπώνει λοιπόν και το τρίτο κουμπί, αλλά ούτε αυτή τη φορά τα καταφέρνει. Ο τύπος από πίσω είναι πια εκτός εαυτού, την αρπάζει από τη μέση, τη σηκώνει και την πετάει μέσα στο λεωφορείο. Αυτή τη φορά όμως είχε ξεπεράσει τα όρια.

-Τι τρόπος είν' αυτός κύριε; Σας παρακαλώ πολύ. Μαζεύτε λίγο τα ξερά σας. Για ποια με περάσατε;

-Τι λες μωρή πουτ**α, ζητάς και τα ρέστα τώρα που μέσα στη βιασύνη και στο συνωστισμό...
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...κάθεσαι και μου ξεκουμπώνεις το παντελόνι;

4/10/11

Η καλόγρια και τα δωράκια

Ήταν μια μοναχή που επέστρεφε στο μοναστήρι της με τα πόδια. Στο δρόμο την προσπερνάει ένα πολύτελές αυτοκίνητο και σταματάει. Μέσα είναι μια γυναίκα ντυμένη πολύ ωραία και πολύ περιποιημένη αν και όχι πολύ όμορφη.

-Αδερφή, πάτε στο μοναστήρι; Θέλετε να σας πετάξω εγώ, να μην περπατάτε στον ήλιο;

-Αχ, σας ευχαριστώ πολύ, ο Θεός θα σας έστειλε.

Πιάνουν την κουβέντα λοιπόν.

-Τέκνο μου, τι ωραίο φόρεμα ειν' αυτό; Πόσο ακριβό θα πρέπει να είναι!

-Ααα, ναι, είναι του τάδε οίκου, όντως πανάκριβο, αλλά δεν το πλήρωσα!

-Δηλαδή;

-Ε να, ένα βράδυ σ' ένα μπαρ γνώρισα ένα πολύ όμορφο νέο. Αφού πήγαμε σπίτι του περάσαμε πολύ όμορφα, εχμ, καταλαβαίνετε τι εννοώ, αδερφή, αυτός μου είπε ότι δούλευε σε οίκο μόδας και μου χάρισε το φουστάνι. Τόσο είχε ευχαριστηθεί μαζί μου.

-Κι αυτό το χρυσό κολλιέ;

-Ε να, ένα άλλο βράδυ σ' ένα κλαμπ εκεί που τα έπινα με τις φίλες μου, πιάσαμε την κουβέντα με κάτι τύπους. Με τον ένα από αυτούς ταριάξαμε πολύ και καταλήξαμε σπίτι του, όπου ...καταλαβαίνετε. Η σχέση μας κράτησε μερικές εβδομάδες και ήταν τόσο ευχαριστημένος που μου χάρισε το κολιέ.

-Κι αυτό το πανάκριβο αυτοκίνητο;

-Αχ αδερφή, για να μη σας τα πολυλογώ, μου το χάρισε κάποιος άλλος ευγενικός κύριος όταν συμμετείχα σε ένα πάρτυ στο σπίτι του που είμασταν διάφοροι άντρες και γυναίκες και περάσαμε όλοι μαζί φανταστικά! Αν καταλαβαίνετε τι εννοώ, αδερφή.

Η καλόγρια τα άκουσε όλα αυτά και παρέμεινε αμίλητη και σκεφτική. Η άλλη θεώρησε ότι η καλόγρια θα την πέρασε για πουτ**α και στενοχωρήθηκε.

-Αδερφή, δεν ξέρω τι σκέφτεστε για μένα, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι όλα αυτά έτυχαν, δεν τα επιδίωξα ούτε το έχω επάγγελμα. Απλά, αφού περνάμε ωραία και θέλουν να μου κάνουν τα δωράκια, γιατί όχι; Εξάλλου, τους τελευταίους μήνες είμαστε μαζί με ένα καλό και όμορφο παιδί και σχεδιάζουμε να παντρευτούμε!

-Όχι, όχι, τέκνο μου, δε σκέφτηκα κάτι κακό για σένα, μην ανησυχείς. Την ευλογία μου να έχεις, η ώρα η καλή και βίο ανθόσπαρτο!

Τελικά, φτάνουν στο μοναστήρι και κατεβαίνει η καλόγρια. Φανερά εκνευρισμένη, πηγαίνει κατ' ευθείαν στον ηγούμενο. Ανοίγει την πόρτα του γραφείου του, ορμάει μέσα και τη βροντάει πίσω της.

-Αδερφή Σιμπλικία, τι έπαθες; Πώς μπαίνεις έτσι;

-Άει γα**σου, εσύ και...
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...οι σοκολάτες σου!

3/10/11

Θέλω να πάω στο τσίρκο

Ο παππούς κάθεται στην κουνιστή πολυθρόνα και διαβάζει την εφημερίδα του.

Μπαίνει μέσα ο οχτάχρονος εγγονός, πάει κατ' ευθείαν στον παππού και τον τραβάει απ' το μπατζάκι του παντελονιού.

-Παππούκο, παππούκο, θα με πας στο τσίρκο;

-Ωωχ, βρε Γιαννάκη! Θα σε πάει η μαμά σου την Κυριακή!

-Μα θέλω να πάω στο τσίρκο!

-Ε καλά, πως κάνεις έτσι; Δε φεύγει το τσίρκο!

-Μα είδα μια διαφήμιση στην τηλεόραση! Έχει κάτι μεγάαααλους ελέφαντες που χορεύουν ...ταγκό, έναν κύριο πολύ δυνατόοο που λυγίζει σίδερα και σηκώνει 2 αυτοκίνητα με το ένα χέρι, έναν άλλο ατρόμητο που βάζει το κεφάλι του στο στόμα των λιονταριώωων...

-Να σου πω αγορίνα μου, άσε με σε παρακαλώ να διαβάσω! Πονάνε και τα πόδια μου! Θα το πω στη μαμά σου και θα την παρακαλέσω να σε πάει το απόγευμα που θα έρθει από το γραφείο.

-...και είναι και και ένας κύριος ντυμένος στα χρυσά που πετάει μαχαίρια...

-Γιαννάκη! Στρίβε γιατί θα τις φας!

-...και μια πολύ όμορφη κυρία που ιππεύει ένα άσπρο άλογο ολόγυμνη τυλιγμένη μόνο με τα μακριά ξανθά μαλλιά της...

-Μμμ, καλά. Άντε, για να μη φωνάζεις να σου κάνω το χατήρι. Ντύνομαι και πάμε τώρα αμέσως. Έχω τουλάχιστον είκοσι χρόνια...
.

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...να δω άσπρο άλογο!

2/10/11

Καλοί τρόποι στο τραπέζι το μεσαίωνα


Από σημειωματάριο του Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452 – 1519). Σκέψεις γύρω από τους καλούς τρόπους στο τραπέζι:

  • Δεν επιτρέπεται να καθόμαστε πάνω στο τραπέζι όταν τρώμε.
  • Δεν επιτρέπεται να βάζουμε τις μισομασημένες μπουκιές μας στο πιάτο του διπλανού μας, αν δεν τον έχουμε ρωτήσει πρώτα.
  • Δεν επιτρέπεται να σκουπίζουμε το μαχαίρι μας στα ρούχα του διπλανού μας.
  • Ούτε να χαράζουμε το τραπέζι με το μαχαίρι.
  • Ο οικοδεσπότης δεν πρέπει να αφήνει ελεύθερα τα πουλιά στο δείπνο, ούτε τα φίδια.
  • Όποιος θέλει να κάνει εμετό πρέπει να φεύγει από το τραπέζι.
  • Το ίδιο ισχύει και για όποιον θέλει να ουρήσει.

Ε, ήταν μπροστά ο άνθρωπος!

(Πηγή: LIFO)

1/10/11

Οι κυνηγοί και οι συμβουλές

Ήταν δυο φίλοι κυνηγοί. Ο ένας δεν έπιανε ποτέ τίποτα, ενώ ο άλλος όποτε πήγαινε για κυνήγι επέστρεφε πάντα φορτωμένος.

-Πώς τα καταφέρνεις, ρε Μήτσο, ενώ εμένα δε μου κάθεται τίποτα ποτέ στο κυνήγι; Πώς το κάνεις;

-Ε, να είναι πολύ απλό. Την περασμένη εβδομάδα πήγαμε για αρκούδες, σωστά; Άκου το κόλπο.

-Για πες!

-Που ζουν οι αρκούδες; Στις σπηλιές! Στήνεσαι έξω από μια σπηλιά και κάνεις "Ουουου". Αν υπάρχει αρκούδα θα σ' ακούσει, θα κάνει κι αυτή "ουουου" και θα βγει. Την περιμένεις και μόλις βγει της αλλάζεις τα φώτα!

-Α, αυτό είναι όλο; Ε, σιγά το δύσκολο, θα το κάνω κι εγώ!

Την επόμενη φορά που πάει όμως για κυνήγι, παθαίνει κάποιο ατύχημα και καταλήγει στο νοσοκομείο. Πάει ο φίλος του να τον επισκεφτεί και τον βρίσκει σε κακά χάλια. Σπασμένα χέρια, σπασμένα πόδια, φασκιωμένο από την κορφή ως τα νύχια.

-Τι έγινε, ρε Νώντα, πώς κατάντησες έτσι;

-Ου, να μου χαθείς, εσύ και οι συμβουλές σου!

-Μα τι έγινε;

-Ε, να, έκανα όπως μου είπες. Βρήκα μια σπηλιά, πήγα στην είσοδο και έκανα ένα ξεγυρισμένο "Ουουου". Μετά από λίγο ακούω από μέσα πάλι "ουουου" σαν απάντηση. "Ωραία!" σκέφτηκα. Έρχεται η αρκούδα. Κάθομαι δίπλα στην είσοδο, σημαδεύω με το όπλο και περιμένω να της τη μπουμπουνίσω.

-Μπράβο! Και μετά;

-Περιμένω, περιμένω, τίποτα από αρκούδα. Εν τω μεταξύ ακούγεται πιο δυνατά το "ουουου". "Που θα πάει, έρχεται", λέω. Περιμένω, περιμένω...

-Ναι, και μετά;

-Ε, μετά...
.
.
.

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...ήρθε το τραίνο!